άναμμα το [ánama] Ο49 : η ενέργεια του ανάβω. 1. ANT σβήσιμο. α. η δημιουργία φλόγας σε ένα εύφλεκτο συνήθ. υλικό: Tο ~ της φωτιάς / των ξύλων. Tο ~ του κεριού / της λάμπας του πετρελαίου.